Το έργο των μουσειοπαιδαγωγών και η σημασία της τεχνολογίας

Σε ένα τοπίο που αλλάζει αμετάκλητα από τις δυνάμεις της ψηφιακής καινοτομίας, οι μουσειοπαιδαγωγοί πρέπει να επανεξετάσουν τον ρόλο, την αποτελεσματικότητα και τη μορφή της εκπαιδευτικής προβολής. Μέχρι στιγμής, ομάδες συντονιστών, εκπαιδευτικών και διευθυντών έχουν αναλάβει να σφυρηλατήσουν νέους εικονικούς δεσμούς με το πιο σημαντικό κοινό που μπορεί να φανταστεί κανείς, τα παιδιά.

Τα μουσεία είναι ιδρύματα εκπαίδευσης και μάθησης στην υπηρεσία της κοινωνίας. Χώροι, όπου σχεδιάζονται και προσφέρονται εκπαιδευτικές εμπειρίες. Ως εκ τούτου, ο ρόλος της δημόσιας εκπαίδευσης στα μουσεία είναι ιδιαίτερα σημαντικός, αν όχι στο επίκεντρο της μουσειακής δραστηριότητας.

Καθώς τα πολιτιστικά ιδρύματα εξετάζουν την αυξανόμενη σημασία του εκπαιδευτικού τους ρόλου, μέσα σε μια μεταβαλλόμενη κοινωνία, έχουν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη από πληροφορίες σχετικά με το κοινό που εξυπηρετούν. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορέσουν να επιτύχουν την εκπαιδευτική τους αποστολή στην υπηρεσία των κοινοτήτων στις οποίες είναι ενταγμένα.

Πριν από την πανδημία, τα μουσεία παρείχαν χιλιάδες ώρες στοχευμένης εκπαίδευσης ετησίως, συμπεριλαμβανομένων ξεναγήσεων, σεμιναρίων ή εκδηλώσεων και επαγγελματικής ανάπτυξης για εκπαιδευτικούς. Ο πρόσφατος αποκλεισμός των μουσείων δοκίμασε την αποτελεσματικότητα των πολιτιστικών διαμεσολαβητών και των μουσειοεκπαιδευτικών σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι κλήθηκαν να σχεδιάσουν ψηφιακά προγράμματα.

Ο ρόλος των μουσειοπαιδαγωγών και η αξία του έργου τους

Οι μουσειοπαιδαγωγοί επιλέγουν και αναπτύσσουν τις κατάλληλες μεθόδους για να μεταφέρουν το περιεχόμενο των ιδρυμάτων φυσικά και ψηφιακά. Επιμελούνται συμμετοχικά προγράμματα, δίνοντας μεγάλη έμφαση σε αυτά, ενώ ταυτόχρονα εμπλέκονται με το κοινό.

Αυτό απαιτεί συνεχή προβληματισμό σχετικά με τη θεωρία και την πρακτική. Η αποστολή ενός μουσείου εκπληρώνεται συχνά μέσω εκπαιδευτικών και διαδραστικών προγραμμάτων, προσαρμοσμένων στις ομάδες-στόχους.

Μια μελέτη του 2018 σχετικά με τις επισκέψεις σε μουσεία τέχνης από την Εθνική Ένωση Εκπαιδευτικής Τέχνης διαπίστωσε, ότι οι εκθέσεις επηρέασαν θετικά τις δεξιότητες κριτικής σκέψης και την ανάπτυξη της φαντασίας των παιδιών. Η συνεργασία των μουσείων με τα σχολεία έχει αποδειχθεί ότι ενισχύει τη γνώση των μαθητών σε θέματα πολιτικής αγωγής και τέχνης, ενώ καλλιεργεί τη δημιουργικότητα, την αυτοέκφραση και τη συνεργασία.

Ενώ, όμως, οι μουσειοπαιδαγωγοί συμβάλλουν ουσιαστικά στην αποστολή και τους στόχους των πολιτιστικών ιδρυμάτων και των προγραμμάτων τους, το έργο τους συχνά δεν αναγνωρίζεται. Παράλληλα, οι επιδόσεις και οι ικανότητές τους θεωρούνται δεδομένες.

Πηγή: Kevin Ye/ Pexels

Το θέμα της προσβασιμότητας

Στα θεμέλιά της, η μουσειακή αρχιτεκτονική λειτουργεί πρώτα και κύρια ως χώρος παρουσίασης αντικειμένων. Η εξοικείωση με ένα τεχνολογικό περιβάλλον μάθησης «χωρίς τοίχους» έχει εμπνεύσει μια αλλαγή και στη θεσμική στοχοθεσία των μουσείων. Τι συμβαίνει, λοιπόν, στην πολιτιστική ή μουσειακή εκπαίδευση, όταν οι συνήθεις ερμηνείες μας για τον «χώρο» δεν είναι πλέον βιώσιμες;

Η πανδημία έχει καταστήσει τα μουσεία πιο προσιτά. Φαίνεται πως πλέον όλο και περισσότερα ενσωματώνουν τεχνολογίες ή εφαρμόζουν πρακτικές για προσέλκυση διαφορετικών ομάδων επισκεπτών. Η ροή ζωντανών προγραμμάτων, ο σχεδιασμός απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών σε πάνελ και η μεγαλύτερη εμπλοκή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίσκονται, επίσης, στην εργαλειοθήκη των επαγγελματιών. Ωστόσο, η τοποθέτηση τεχνολογιών σε μια έκθεση είναι χρήσιμη αν έχει νόημα και όχι αν γίνεται επιπόλαια.

Ενώ ολοένα και περισσότερα μουσεία χρησιμοποιούν τεχνολογικά εργαλεία, για να καταστήσουν το περιεχόμενό τους προσβάσιμο σε όλους, υπάρχουν σημαντικά θέματα, που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Για παράδειγμα, δεν έχουν όλοι smartphone, στοιχείο που καθιστά δύσκολη την παρακολούθηση προγραμμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για τους υπολογιστές στο σπίτι ή τη σύνδεση στο διαδίκτυο, που δεν είναι πάντα αξιόπιστη. Μάλιστα, η εξ’ αποστάσεως μάθηση το έχει σίγουρα εκθέσει αυτό.

Ακόμα, όμως και στον φυσικό χώρο του μουσείου, εντοπίζονται δυσκολίες. Εξαιτίας της πανδημίας, η παροχή τεχνολογικού εξοπλισμού για χρήση σε επισκέπτες αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα, επειδή προφανώς προτεραιότητα είναι να παραμένουν όλοι ασφαλείς και ο εξοπλισμός αποστειρωμένος μεταξύ των χρήσεων. Δεν έχει κάθε μουσείο τη δυνατότητα να το κάνει αυτό.

Παράλληλα, η τεχνολογία μπορεί (και πρέπει) να λαμβάνει υπόψη όλες τις αισθήσεις – όσφρηση, αφή, γεύση, αίσθηση, ακοή. Σε αυτό το πλαίσιο, εντοπίζονται πολλές ευκαιρίες σε ένα υβριδικό μέλλον, αρκεί η εστίαση να γίνει στους διαφορετικούς τρόπους προσβάσιμης ανταλλαγής.

Τα πολιτιστικά ιδρύματα έχουν θέσει τη φουτουριστική υπόσχεση της μορφής του «ανοιχτού μουσείου», που υποσχέθηκαν οι μεταρρυθμιστές και οι ακαδημαϊκοί στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο διαμουσειακός και ο διεθνής ψηφιακός χώρος είναι πλέον έτοιμοι να εμπλέξουν επισκέπτες που μέχρι πρότινος ένιωθαν να μην ακούγονται από το παιδαγωγικό κατεστημένο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των μουσειοεκπαιδευτικών καθίσταται καίριος στη χάραξη νέων προσεγγίσεων, που θα οδηγήσουν στην εξέλιξη της μουσειακής εκπαίδευσης. Αξίζουν την αναγνώριση του έργου και του επαγγέλματός τους, εντός και εκτός των ιδρυμάτων.

Αφήστε ένα σχόλιο...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Scroll to Top