Κατανοώντας το σύγχρονο ενήλικο κοινό και τις ανάγκες του

Οι σύγχρονοι ενήλικες ( Γενιά Χ και Υ ) έχουν απομακρυνθεί από το να κάθονται και να ακούν ή να περπατούν ήσυχα σε ένα μουσείο. Δεν επιθυμούν να κοιτάζουν στοχαστικά την τέχνη και τα γλυπτά, αλλά έχουν γίνει ενεργοί, με συγκεκριμένα ενδιαφέροντα και καταναλωτικές συνήθειες, που είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένες και εξαιρετικά κοινωνικές. Αυτές οι αλλαγές έχουν τη δυνατότητα να δώσουν νέα πνοή στα μουσεία.

Στο πλαίσιο του νέου μουσειακού μοντέλου, τα επιμέρους τμήματα (μάρκετινγκ και επικοινωνία, υπηρεσίες επισκεπτών, ανάπτυξη, εκπαίδευση κλπ.) έχουν αναγκαστεί να εκσυγχρονιστούν. Καθώς οι ομάδες-στόχοι, οι πόροι και οι διαθέσιμες επιλογές έχουν αυξηθεί και μετατοπιστεί, ο επανασχεδιασμός της ψηφιακής παρουσίας, του μάρκετινγκ και της επικοινωνίας έπρεπε να γίνει προτεραιότητα.

Το κοινό, από πολλές απόψεις, θεωρεί τον εαυτό του ειδικό, αφού έχει εκτεθεί, φυσικά ή ψηφιακά, σε πολιτισμούς, τάσεις και δραστηριότητες από όλο τον κόσμο. Έχει επηρεάσει τοπικές και παγκόσμιες επιχειρήσεις, ενώ έχει προκαλέσει ουσιαστική αλλαγή στο υπάρχον μοντέλο κατανάλωσης.

Κατανοώντας το σύγχρονο ενήλικο κοινό

Περιλαμβάνουν τη Γενιά Χ: ενήλικες που γεννήθηκαν μεταξύ 1967 και 1977, και τη Γενιά Υ: ενήλικες που γεννήθηκαν μεταξύ 1978 και 1993. Το επιχείρημα που προβάλλεται εκ μέρους αυτού του «εκκολαπτόμενου» κοινού είναι όχι μόνο να τους προσκαλέσουμε στο μουσείο, αλλά να τους εμπλέξουμε, με ποιοτική επίσκεψη ή εμπειρία.

Οι φωτογραφίες, τα σχόλια και η ζωντανή μετάδοση εμπειριών έρχονται να προστεθούν σε άλλες, πιο συμμετοχικές, διαδικτυακές δραστηριότητες, όπως η επιμέλεια τύπου wiki.

Μέσα από την ψυχογραφική προσέγγιση του κοινού αυτού, μπορεί να αναγνωριστεί ο τρόπος, με τον οποίο οι ενήλικες σήμερα ενεργούν, αλληλεπιδρούν, ανταλλάσσουν και καταναλώνουν. Οι ψηφιακές ταυτότητες και τα ενδιαφέροντα- και όχι τα προσωπικά χαρακτηριστικά ή οι γεωγραφικές τοποθεσίες -καθορίζουν πλέον το σύγχρονο κοινό.

Αυτοί οι ενήλικες είναι πιθανό να είναι συνειδητοποιημένοι και πρόθυμοι να εμπλακούν. Επιπλέον, μπορούν να περιγραφούν ως «ψηφιακοί νομάδες», καθώς είναι κινητοί, εξαρτώμενοι από την τεχνολογία και διαμορφώνουν διαρκώς τις διαδικτυακές τους ταυτότητες.

Το σημερινό ενήλικο κοινό είναι λάτρεις της ζωής και των δραστηριοτήτων. Παραδοσιακές δραστηριότητες, όπως το πλέξιμο, το ράψιμο, η κηπουρική και η μαγειρική μοιράζονται την «κεντρική σκηνή» με τη γιόγκα και τη φωτογραφία. Τέτοιες δραστηριότητες και έργα φωτογραφίζονται και καταγράφονται από τους συμμετέχοντες σε ιστολόγια για να μοιραστούν σε προσωπικούς λογαριασμούς και ιστοτόπους.

Πώς προσεγγίζει φυσικά και ψηφιακά το μουσείο τους ενήλικες;

Το οικονομικό κλίμα έχει αφήσει τα μουσεία και τον πολιτιστικό τομέα χωρίς σίγουρη βάση. Η οικονομική αβεβαιότητα, η επιδείνωση της οικονομίας και οι μακροπρόθεσμες ανησυχίες της μουσειακής κοινότητας πρέπει να αντιμετωπιστούν με ουσιαστικές αλλαγές.

Εκτός του κόσμου των μουσείων, η κερδοσκοπική κοινότητα έχει προσαρμοστεί στις σύγχρονες απαιτήσεις και αλλαγές των σημερινών ενηλίκων. Ομοίως, η συμμετοχή του κοινού έχει μεγαλώσει.

Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, τα καθήκοντα της συλλογής διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορεί πλέον να είναι σχεδόν παρωχημένη, καθώς η τεχνολογία και η χρήση των μέσων επικοινωνίας συνεχίζουν να αλλάζουν και να εξελίσσονται. Το ενδιαφέρον για τα ιδρύματα θα είναι μια συνεχής αίσθηση εξερεύνησης, πειραματισμού και περιπέτειας στα παιχνίδια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την ανταλλαγή επικοινωνιών με τους «ψηφιακούς νομάδες». Με λίγα λόγια, η θεσμική προσαρμοστικότητα και ευελιξία.

Όσον αφορά τα μουσεία, η ψηφιακή παρουσία δίνει τη δυνατότητα να εμπλέκουν το κοινό μέρα και νύχτα, ανεξάρτητα από το αν το μουσείο είναι ανοιχτό ή όχι. Σήμερα, τα βραδινά προγράμματα ενηλίκων κατακλύζουν το πολιτιστικό μας τοπίο, αλλά πολλά από αυτά ακολουθούν δυστυχώς ένα συγκεκριμένο πρότυπο.

Ακόμα, ο κοινωνικός και πολιτιστικός προγραμματισμός υπάρχει μόνο τη νύχτα και τα Σαββατοκύριακα, ενώ η καθημερινή μουσειακή εμπειρία παραμένει αμετάβλητη. Η θετική πλευρά είναι η διαδικτυακή μετάδοση αυτών των προγραμμάτων, καθώς τα μουσεία επέκτειναν την παρουσία τους στα κοινωνικά δίκτυα.

Πηγή: Nick Night/ Unsplash

Πρακτικά, στην υπάρχουσα δομή του μουσείου, τα επιμέρους τμήματα παρέχουν υποστήριξη για το τρέχον έργο. Οι επιμελητές δημιουργούν, τα τμήματα ανάπτυξης συγκεντρώνουν πόρους, το μάρκετινγκ και η επικοινωνία προωθούν και η εκπαίδευση παρέχει ερμηνεία.

Κάθε τμήμα λειτουργεί ως ντόμινο που κινεί την κατεύθυνση της έκθεσης ή του έργου. Σε αυτή τη λειτουργία ο επισκέπτης είναι ο τελευταίος στη σειρά και μένει εκτός της δημιουργικής διαδικασίας.

Αυτή η δομή δε συνάδει με τον τρόπο με τον οποίο οι σημερινοί επισκέπτες επιθυμούν να βιώνουν το μουσείο. Οι ενήλικες σήμερα αλληλεπιδρούν πριν από την επίσκεψή τους (διαβάζοντας, για παράδειγμα, κριτικές εκθέσεων), κατά τη διάρκεια της επίσκεψης (με tweets και αναρτήσεις φωτογραφιών), όπως και μετά την επίσκεψή τους (αναρτώντας φωτογραφίες στο Instagram ή σε κάποιο blog).

Εξαιρουμένων των τμημάτων που βασίζονται στο κοινό, τα περισσότερα μουσεία είναι σταθμισμένα προς την πλευρά της παράδοσης, με αναχρονιστικό τρόπο. Αυτή η ανισορροπία θέτει τα μουσεία «εκτός ρυθμού» με άλλους οργανισμούς.

Οι αλλαγές απαιτούν ένα νέο τρόπο σκέψης

Το να κοιτάξουμε έξω από τη μουσειακή κοινότητα και να αντλήσουμε έμπνευση και μάθηση από την επιχειρηματική κοινότητα μπορεί, επίσης, να οδηγήσει σε νέα μοντέλα δέσμευσης, επικοινωνίας, συμμετοχής και ανάπτυξης.

Οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί πρέπει να υπολογίσουν την απόδοση της επένδυσης της παρουσίας τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που φέρνουν ή εξοικονομούν για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Ταυτόχρονα, τα ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν μεθόδους αξιολόγησης, που να λαμβάνουν υπόψη το διαδικτυακό κοινό τους. Na ξεφύγουν από τις παραδοσιακές ώρες επίσκεψης και την επιτυχία, που μετριέται αποκλειστικά με βάση την επισκεψιμότητα, και να περάσουν σε μια φόρμουλα που λαμβάνει υπόψη τη χρήση και ανταλλαγή περιεχομένου.

Η πρόκληση για πολλά μουσεία θα γίνει η ισορροπία μεταξύ της παραδοσιακής μουσειακής δραστηριότητας και της οργανωτικής δομής και των κοινωνικών, πολιτιστικών και συμμετοχικών απαιτήσεων των σύγχρονων επισκεπτών. Το κοινό πρέπει να αντιληφθεί το μουσείο, ως μια ευέλικτη οντότητα, που επιτρέπει στον επισκέπτη να προσαρμόσει την επίσκεψή του. Θα πρέπει, δηλαδή, να προσφέρονται διαφορετικά είδη εμπειριών για διαφορετικούς ανθρώπους.

Η οικοδόμηση της ευαισθητοποίησης και της αφοσίωσης στην επωνυμία, και ως εκ τούτου η προσέλκυση νέου κοινού, εξαρτάται από αυτή την αντίληψη. Οι εξωτερικές και εσωτερικές αντιλήψεις είναι κρίσιμες, αφού ο τρόπος με τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται ένα ίδρυμα μπορεί να επηρεάσει δραματικά την επιθυμία του να ασχοληθεί με τον οργανισμό.

Περισσότερο από ποτέ, μεγάλα και μικρά ιδρύματα έχουν υιοθετήσει την ίδια αποστολή: να μετατρέψουν τα άλλοτε σιωπηλά μουσεία σε ζωντανά πολιτιστικά κέντρα, όπου οι δραστηριότητες υπερβαίνουν κατά πολύ αυτά που κρέμονται στους τοίχους. Δεν χρειάζεται πλέον άδεια για να πειραματιστεί κανείς, και η μετακίνηση στον διαδικτυακό κόσμο δεν λογίζεται πλέον ως αμφιλεγόμενο θέμα για τους επαγγελματίες των μουσείων.

Τα μουσεία σήμερα λειτουργούν σε μια νέα ψηφιακή, συμμετοχική εποχή. Για τα μουσεία οι αλλαγές αυτές απαιτούν νέο τρόπο σκέψης, όσον αφορά το κοινό, τις συλλογές, τη μουσειακή εμπειρία και το βασικό ρόλο του ίδιου του ιδρύματος.

Αφήστε ένα σχόλιο...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Scroll to Top