Εγκλήματα τέχνης: Η πράξη, η διερεύνηση και το τίμημα

Τα εγκλήματα τέχνης συχνά συνοδεύονται από την παράλογη κατάσταση των συγκρούσεων συμφερόντων και την έλλειψη ανεξάρτητου ελέγχου που μαστίζουν την αγορά της τέχνης. Γνωρίζουμε τον όρο «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» αλλά τώρα συναντάμε «εγκλήματα κατά του πολιτισμού».

Τα εγκλήματα τέχνης, φυσικά, υπήρχαν από αμνημονεύτων χρόνων — από τότε που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά η τέχνη και η ιδιοκτησία. Στη δεκαετία του 1970, ωστόσο, η έννοια της τέχνης ως εναλλακτικού επενδυτικού μέσου και ξεχωριστής κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων απογειώθηκε, θέτοντας την στο στόχαστρο.

Σήμερα, δεν είναι ασυνήθιστο η τέχνη να συνδέεται με απάτες και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Οι πλαστογραφίες και οι απομιμήσεις έργων τέχνης αποτελούν ένα αυξανόμενο πρόβλημα, που δημιουργείται από την ευκολία αγοράς και πώλησης υλικού χωρίς την κατάλληλη τεκμηρίωση σε εξαιρετικά μη ρυθμιζόμενες ηλεκτρονικές αγορές. Η Interpol περιγράφει την αγορά τέχνης ως «πλημμυρισμένη» από πλαστογραφίες, ένα περίπλοκο φαινόμενο που περιλαμβάνει δίκτυα που είναι δύσκολο να διαταραχθούν.

Πώς λειτουργούν οι ομάδες εξιχνίασης εγκλημάτων τέχνης;

Είναι δύσκολο να δημιουργηθεί μια σαφής εικόνα, στατιστικά μιλώντας, για την κλίμακα και τον αντίκτυπο του εγκλήματος της τέχνης. Το διακρατικό φαινόμενο καλύπτει πλαστογραφίες, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, παράνομη διακίνηση και ανασκαφή, πολιτιστική λεηλασία. Μπορεί επίσης να συνδυαστεί με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, όπως το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και το εμπόριο όπλων.

Μια ετήσια έκθεση που δημοσιεύτηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Εγκληματικής Αστυνομίας (Interpol) αναφέρει ότι το 2020, τα 72 κράτη-μέλη της κατάσχεσαν 854.742 πολιτιστικά αντικείμενα, όπως πίνακες, γλυπτά, υλικά για βιβλιοθήκες, νομισματικά και αρχαιολογικά αντικείμενα. Ωστόσο, ο αριθμός των κατασχέσεων της Interpol είναι ωχρός σε σύγκριση με την οικονομική αναφορά που κυκλοφόρησε το 2020 από τον Εκπαιδευτικό, Επιστημονικό και Πολιτιστικό Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (UNESCO), ο οποίος υπολόγισε ότι το παράνομο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών ανέρχεται σε 10 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Η Ιταλία ήταν η πρώτη χώρα που ίδρυσε μια εξειδικευμένη ομάδα για να αντιμετωπίσει το ζήτημα, ιδρύοντας το 1969 (πριν ακόμα από τη σημαντική Σύμβαση της UNESCO του 1970, έναν διεθνή νόμο κατά της διακίνησης λεηλατούμενων πολιτιστικών αντικειμένων) την Ομάδα Τέχνης Καραμπινιέρι η οποία πλέον διαθέτει περίπου 300 μέλη.

Παρά το γεγονός πως οι ΗΠΑ είναι ηγέτης στην αγορά τέχνης με μερίδιο 42% της παγκόσμιας πίτας, η ομάδα του FBI “Art Crime Team” ιδρύθηκε μόλις το 2004. Η δημιουργία της οφείλεται στη λεηλασία περίπου 15.000 αρχαιοτήτων από το Εθνικό Μουσείο της Βαγδάτης τον Απρίλιο του 2003, εν μέσω του χάους και της καταστροφής που υποδαυλίστηκε από την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ. Δυστυχώς, η Ελλάδα παρά την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της αδυνατεί να ακολουθήσει, έως και σήμερα, τέτοια παραδείγματα.

Αν και εξακολουθούν να συμβαίνουν κλοπές τέχνης «υψηλού» προφίλ – τον Μάρτιο του 2020, για παράδειγμα, ένα αριστούργημα του Vincent van Gogh εκλάπη από ολλανδικό μουσείο που έκλεισε προσωρινά υπό πανδημικό lockdown – η δημοσιότητα που δημιουργείται γύρω από την κλοπή σημαντικών έργων εμποδίζει τη μεταπώλησή τους. Η Interpol αναφέρει ότι οι περισσότερες κλοπές έργων τέχνης γίνονται σε ιδιωτικές κατοικίες, αν και μουσεία και τόποι λατρείας είναι σίγουρα στόχοι.

Όσον αφορά την κλοπή, υπάρχει επίσης το σχετικό θέμα της παράνομης ανασκαφής από αρχαιολογικούς χώρους, που φαίνεται να αυξάνεται στην Ασία και τον Νότιο Ειρηνικό, όπου κατασχέθηκαν 40 φορές περισσότερα αντικείμενα από παράνομες ανασκαφές το 2020 σε σχέση με το 2019 με κύριο αίτιο την πανδημία.

Πλέον, οι ευρέως προσβάσιμες βάσεις δεδομένων κλεμμένης τέχνης καθιστούν πιο δύσκολη τη διακίνηση έργων τέχνης που έχουν κλαπεί με αυτόν τον βίαιο τρόπο. Εάν ένας δυνητικός αγοραστής υποπτεύεται κάποιον, εντοπίζει κενό στο ιστορικό ιδιοκτησίας ή την προέλευση ενός έργου, μπορεί εύκολα να συμβουλευτεί την παγκόσμια βάση δεδομένων της Interpol για να επιβεβαιώσει εάν το εν λόγω αντικείμενο έχει καταχωρηθεί ως κλεμμένο. Τα ύποπτα αντικείμενα ξεπερνούν τα 52.000, και ο καθένας μπορεί να υποβάλει αίτηση για άδεια χρήσης. Το 2021, η Interpol κυκλοφόρησε επίσης μια εφαρμογή για αυτό το σκοπό.

Τι διακρίνει έναν εγκληματία τέχνης από έναν απλό απατεώνα;

Μέχρι πρόσφατα, το έγκλημα της τέχνης θεωρούνταν χαμηλής προτεραιότητας εφόσον δεν υπήρχαν θύματα. Παλαιότερα, τα περισσότερα εγκλήματα αφορούσαν ιδιωτικές συλλογές ευκατάστατων πολιτών οι οποίοι απευθύνονταν στα αντίστοιχα τμήματα της αστυνομίας για να αποκαταστήσουν τη συλλογή τους. Τώρα το έγκλημα τέχνης είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι συμμορίες ξεπλένουν τα χρήματά τους και οι τρομοκράτες χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις τους.

Όσοι χειρίζονται επί σειρά ετών τέτοιες υποθέσεις διαχωρίζουν τα κίνητρα των δραστών σε τρεις βασικές κατηγορίες: οικονομικά, που αντιστοιχούν στις περισσότερες περιπτώσεις, ανεξήγητους προσωπικούς λόγους και πολιτικούς σκοπούς. Ο τυπικός απατεώνας της τέχνης πιστεύει ότι εξυπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό. Ο επιτυχημένος πλαστογράφος πιστεύει ότι καταρρίπτει τις «πλαστές» αξίες του κόσμου της τέχνης. Ο έμπορος αρχαιοτήτων θεωρεί, ή απλώς διαδίδει, πως προστατεύει τα αντικείμενα τα οποία θα κατέρρεαν λόγω παραμέλησης ή θα καταστρεφόταν από μια εξτρεμιστική πολιτοφυλακή.

Οι κλοπές έργων τέχνης γίνονται συχνά από συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος, είτε πρόκειται για τους Johnsons στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη μαφία στην Ιταλία ή τα ολλανδικά καρτέλ ναρκωτικών. Οι πλαστογράφοι ανήκουν, συχνά, στην εργατική τάξη και παρουσιάζουν μνησικακία ενάντια στην κοινωνία. Οι κλέφτες βρίσκουν αγοραστές μόνο στον υπόκοσμο και η πώληση γίνεται για πολύ λιγότερο από την πραγματική αξία των έργων.

Το “Endimyon” (1872) του George Frederic Watts ήταν μεταξύ των έργων που κλάπηκαν από την οικογένεια Μπούλμερ. Πηγή: commons.wikimedia.org

Γιατί τα δικαστήρια δυσκολεύονται να εκδώσουν καταδικαστικές αποφάσεις σε εγκλήματα τέχνης;

Το 2009, 15 πίνακες ζωγραφικής και κοσμήματα αξίας 2,7 εκατομμυρίων λιρών αφαιρέθηκαν από το σπίτι των Έσμοντ και Σούζι Μπούλμερ στο Somerset, σύμφωνα με την αστυνομία της Avon και της Somerset, από ομάδα 11 ανδρών. Η δίκη του 2018 απέτυχε λόγω «ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων». Δεκατέσσερις από τους πίνακες έχουν πλέον ανακτηθεί, αλλά τον Νοέμβριο η δεύτερη δίκη στο Bristol Crown Court διεκόπη και οι κατηγορίες αποσύρθηκαν εναντίον των ανδρών μετά το συμπέρασμα της Εισαγγελικής Υπηρεσίας του Στέμματος (CPS) ότι «δεν υπήρχε πλέον ρεαλιστική προοπτική καταδίκης». Σε μια δήλωση, η αστυνομία της Avon και της Somerset «παραδέχτηκε ότι έγιναν λάθη κατά τη διάρκεια των αρχικών ερευνών».

Ακόμη και όταν οι δίκες συνεχίζονται, η πολυπλοκότητας της τέχνης και της αγοράς της ενός μιας αίθουσας δικαστηρίου μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη. Οι υποθέσεις που αφορούν την τέχνη απαιτούν συχνά οπτική ανάλυση, ενώ τα δικαστήρια έχουν σχεδιαστεί κυρίως για την παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων.

Αλλά ακόμα και όταν οι ειδικοί της τέχνης βρίσκονται στην αίθουσα, οι δίκες είναι πολύπλοκες – ιδιαίτερα όταν αμφισβητείται η αυθεντικότητα. Η έκβαση τέτοιων υποθέσεων εξαρτάται συχνά από τη γνώση και, παρά τα προηγμένα επιστημονικά εργαλεία, τα συμπεράσματα που συχνά συγκρούονται. Στη δίκη του 2018 εναντίον του Ισραηλινού εμπόρου έργων τέχνης Itzhak Zarug και του συνεταίρου του Moez Ben Hazaz, στην οποία, παρά την κατάσχεση περισσότερων από 1.500 έργων, το ζευγάρι απαλλάχθηκε από κατηγορίες που συνδέονται με τη διαχείριση διεθνούς κυκλώματος πλαστογραφίας. Έλαβαν μικρότερες ποινές για αλλαγή προέλευσης, αφού οι πραγματογνώμονες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι τα εν λόγω έργα ρωσικής πρωτοπορίας ήταν πλαστά.

Πράγματι, η σταδιακή παύση λειτουργίας ομάδων ελέγχου ταυτότητας τέχνης διεθνώς θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς ένα νομικό σύστημα μπορεί να προσφέρει τέτοιες αποφάσεις, εάν ο ίδιος ο κόσμος της τέχνης δεν μπορεί να αποφασίσει. Τέλος, δεν αποτελεί έκπληξη πως πολλές διαφορές διευθετούνται εξωδικαστικά, προστατεύοντας τον κίνδυνο δυσφήμησης για τους πελάτες, τον καλλιτέχνη αλλά και το χώρο της τέχνης στο σύνολο της.

Στην Ελλάδα οι ποινές καθορίζονται από τη φύση της κλοπής, αν πρόκειται για αρχαιότητα ή κάτι νεότερο, την αξία των έργων, το αν προκλήθηκε ζημία σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα και την πρόθεση του εγκληματία, να τα κρατήσει ή να τα διαθέσει προς πώληση. Αναλόγως, λοιπόν, το έγκλημα που τελέστηκε μπορεί να διαταχθεί ποινή φυλάκισης από λίγους μήνες έως και ισόβια αλλά και χρηματική ποινή.

Φυσικά είναι υψίστης σημασίας η δημιουργία ειδικού τμήματος της αστυνομίας το οποίο θα πρέπει να αναλαμβάνει υποθέσεις εγκλημάτων τέχνης και να ανακτά τα εν λόγω αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς. Η τέχνη είναι αποτελεί βαρόμετρο κάθε υγειούς κοινωνίας, και ως εκ τούτου έχει αξία από μόνη της για να την υπερασπιστούμε ενάντια σε παραχαράκτες και απατεώνες.

Αφήστε ένα σχόλιο...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Scroll to Top