Αρχιτεκτονική και συναισθήματα: Εξερευνώντας το Εβραϊκό Μουσείο του Βερολίνου

Η αρχιτεκτονική μπορεί εύκολα να προκαλέσει τη συγκίνηση, ένα αίσθημα πάθους, έντασης και συμμετοχής. Ένας αρχιτέκτονας, εκτός των άλλων, πρέπει να είναι σε θέση να συνδέει τους ανθρώπους όχι μόνο με το φυσικό περιβάλλον, αλλά και με τις αναμνήσεις, και να προκαλεί συναισθηματικές αντιδράσεις σε σχέση με τον τόπο.

Η επίδραση της αρχιτεκτονικής στο συναίσθημα

Πολλοί άνθρωποι δε θεωρούν την αρχιτεκτονική σημαντική, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από αυτήν. Δημιουργεί τον κόσμο μας και επηρεάζει το πώς τον βιώνουμε.

Ένας από τους κύριους ρόλους της αρχιτεκτονικής είναι να προκαλεί συναισθήματα, να επηρεάζει το πώς αισθάνεται κανείς πνευματικά και ψυχικά. Η αρχιτεκτονική βοηθά στην επιβίωση στο χάος της καθημερινής μας ζωής και παίζει σημαντικό ρόλο στο να μας κάνει να βιώνουμε καταστάσεις, ακόμα και στον ίδιο χώρο, με διάφορες σχεδιαστικές παρεμβάσεις.

Για παράδειγμα, όταν μπαίνουμε σε ένα μουσείο νιώθουμε συνήθως την ηρεμία που μας δίνει ο χώρος ή σε ένα γραφείο μπορούμε να συγκεντρωθούμε πιο εύκολα απ’ ό,τι στο σπίτι μας. Η αρχιτεκτονική έχει πράγματι τη δυνατότητα να επηρεάσει τη διάθεση και τις αντιλήψεις μας μέσω του χώρου, του φωτός, της γεωμετρίας και των υλικών που χρησιμοποιούνται.

Ωστόσο, κατά την είσοδo σε ένα κτήριο, δε συνειδητοποιούμε τα συναισθήματα που μας προκαλεί, αλλά μάλλον έχουμε στο μυαλό το λόγο της επίσκεψής μας. Επιλέγουμε ένα μουσείο για να δούμε τις συλλογές ή ίσως βρισκόμαστε σε μια γκαλερί, απολαμβάνοντας την τέχνη που μας περιβάλλει. Τι γίνεται, όμως, αν ένα κτήριο μεταδίδει κάποια συναισθήματα και εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε;

Το μουσείο ως μετασχηματιστικός χώρος

Κάθε στοιχείο ενός κτηρίου, όπως τα υλικά, οι δομές και η κατασκευή του επηρεάζει άμεσα τον χαρακτήρα του χώρου. Διαφορετικοί χώροι προκαλούν διαφορετικά συναισθήματα ανάλογα με την ηλικία, το φύλο ή την ικανότητα ενός ατόμου.

Για παράδειγμα, τα κτήρια με φωτεινά χρώματα, φυσικό αερισμό και ανοιχτούς χώρους κάνουν ένα παιδί να αισθάνεται άνετα και ενεργητικά, ενώ χώροι με πολλά φωτεινά χρώματα δεν είναι κατάλληλοι για τους ηλικιωμένους.

Το ανθρώπινο συναίσθημα είναι σημαντικός παράγοντας κατά τον σχεδιασμό ενός μουσείου, διότι όταν συνδέεται συναισθηματικά με τους επισκέπτες, τότε το μήνυμα που θέλει να μεταφέρει γίνεται πιο βαθιά αισθητό και αφήνει μια διαρκή εντύπωση.

Όταν δηλαδή η αρχιτεκτονική αποπνέει τη λεγόμενη «αίσθηση του τόπου», τότε οι άνθρωποι μπορούν να συνδεθούν με αυτόν. Η αίσθηση αυτή βοηθά στη διαμόρφωση των πολλαπλών προσωπικοτήτων της αρχιτεκτονικής, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν ποικίλα συναισθήματα.

Παρ’ όλα αυτά, οι αρχιτέκτονες μπορεί να αντιληφθούν την ενσωμάτωση των συναισθημάτων ως απειλή. Μάλιστα, η πιο ουδέτερη αρχιτεκτονική είναι συχνά η πιο επιθετική.

Όσον αφορά το μουσείο, εξαρχής σχεδιάστηκε ως μετασχηματιστικός χώρος- ταυτόχρονα εκπαιδευτικός και ουτοπικός- με σκοπό να γιορτάσει τη δύναμη της τέχνης και να επιδείξει την εξουσία του κράτους. Οι προθέσεις αυτές διαπλέκονταν με πολύπλοκους τρόπους.

Αρχικά προσδιορίστηκε ως χώρος για την πραγματοποίηση της «τελετουργίας του πολιτισμού» και, σύμφωνα με τη φουκωική ερμηνεία του Tony Bennett, εμφανιζόταν ως πειθαρχικό εργαλείο του αναδυόμενου εθνικού κράτους. Πιο πρόσφατα, ο Charles Jencks υποστήριξε ότι το μουσείο κρύβει θεαματικές αντιφάσεις και είναι, στην πραγματικότητα, ένα «σχιζοφρενικό» μνημείο του σύγχρονου πολιτισμού.

Παρά τις διαφορές αυτές, το μουσείο έχει ως επί το πλείστον κατανοηθεί ως ένας κτηριακός τύπος που είναι έτοιμος να αξιολογήσει, να ορίσει και να παρουσιάσει την αξία του πολιτισμού για τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Πηγή: Guenter Schneider

Όταν η αρχιτεκτονική εξυπηρετεί τη λειτουργία και το μήνυμα

Όταν σχεδιάζεται ένας χώρος, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως το πεδίο εφαρμογής, οι άνθρωποι που θα τον χρησιμοποιήσουν ή ο περιβάλλοντας χώρος. Πρέπει, όμως, πάντα να διατηρείται μια ισορροπία μεταξύ της λειτουργίας και της μορφής ενός χώρου, μεταξύ αυτού που κάνει ένα κτήριο απλώς χρηστικό και αυτού που το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα.

Ανάμεσα στα μουσεία με εμβληματική αρχιτεκτονική βρίσκεται το Εβραϊκό Μουσείο στο Βερολίνο. Ο Libeskind (αρχιτέκτονας) ανταποκρίθηκε στον διαγωνισμό ανάληψης του έργου, με ένα βιωματικό και αφηγηματικό σχέδιο που ονομάζεται “Between the Lines”, μια χαρακτηριστική μορφή που μερικές φορές περιγράφεται ως «σπασμένο αστέρι του Δαβίδ».

Τα μονοπάτια, η εναλλαγή στενών και ευρύτερων χώρων, η αντίθεση στα υλικά, η διαγώνια διάταξη στις εξωτερικές όψεις ή ο φωτισμός, οι ρωγμές στις οροφές και τα δάπεδα, καθώς και οι επιθετικές, οξείες γωνίες χαρακτηρίζουν την αρχιτεκτονική του μουσείου. Όλα αυτά σημαίνουν τελικά ότι η αρχιτεκτονική βιώνεται ως μια κατακερματισμένη ενότητα, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά είναι η δυναμική, η εκφραστικότητα, η συναισθηματικότητα και ο πλούτος των μεταφορών. Σε αυτή την αρχιτεκτονική δεν υπάρχει ακινησία.

Η ιδέα της κίνησης – βασική έννοια του αποδομητισμού – δημιουργεί τρεις άξονες που τέμνουν το σχέδιο ζιγκ-ζαγκ και οργανώνουν την κίνηση μέσα στο κτήριο: τον «Άξονα της Συνέχειας», τον «Άξονα της Εξορίας» και τον «Άξονα του Ολοκαυτώματος».

Ο «Άξονας της Συνέχειας» ξεκινά με τα σκαλοπάτια που κατεβαίνουν από το αρχικό μουσείο και οδηγεί σε μια μακριά, ψηλή σκάλα που παρέχει πρόσβαση στους μόνιμους εκθεσιακούς χώρους, στους επάνω ορόφους, και καταλήγει σε έναν κενό λευκό τοίχο. Αυτός ο εκτεθειμένος τσιμεντένιος χώρος, ο οποίος είναι προσβάσιμος μόνο μέσω των υπόγειων διαδρόμων του μουσείου, φωτίζεται από μια στενή σχισμή στην οροφή του.

Ο δεύτερος δρόμος, ο «Άξονας της Εξορίας», οδηγεί σε μια γυάλινη πόρτα από την οποία μπορεί κανείς να βγει στο λεγόμενο ”Hoffmann Garden”. Αυτός ο κήπος, που σηματοδοτεί τη διαφυγή της εξορίας και της μετανάστευσης, έχει ο ίδιος μια λαβυρινθώδη μορφή.

Ο τρίτος και τελευταίος άξονας καταλήγει στο «κενό του Ολοκαυτώματος»: ένα σκληρό πύργο από σκυρόδεμα ύψους 27 μέτρων, στον οποίο η πρόσβαση γίνεται μέσω μιας βαριάς πόρτας. Αυτός ο ψηλός, ψυχρός θάλαμος φωτίζεται από μια ρανίδα φωτός, που περνάει μέσα από ένα άνοιγμα ψηλά στον τοίχο. Το «κενό του Ολοκαυτώματος» είναι ένας χώρος που πρέπει να βιωθεί ως ένα τέλος, το οποίο θα θα παραμείνει για πάντα ένα αδιέξοδο.

Οι αρχιτέκτονες συνολικά χρειάζεται να εξισορροπούν τη λειτουργία ενός χώρου, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις που δημιουργεί. Πρέπει να αναγνωρίσουν τη δύναμη που κατέχουν, η οποία είναι να δημιουργήσουν κάτι που όχι μόνο θα διαρκέσει για δεκαετίες, αλλά και θα δώσει νέο νόημα στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται και κατασκευάζονται τα κτήρια.

Αφήστε ένα σχόλιο...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Scroll to Top